ÉåñÜ Ìçôñüðïëéò Ðáôñþí


Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ  ΚΑΘΕ ΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

τοῦ ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν

κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

Ἦταν νÝος μüλις 26 ἐτῶν. Ἕνα παιδß γεμÜτο ζωÞ καß ὑγεßα. Σεμνüς, πιστüς στü Θεü, ὅπως ὅλη του ἡ οἰκογÝνεια. Τþρα στü μÝσον τοῦ Ναοῦ, ἄπνους κατακεßμενος. ΠÜνω ἀπü τü φÝρετρü του ἡ μητÝρα του, μοῦ θýμιζε ἔτσι λεπτÞ, ὅπως ἦταν, μÝ τÜ δÜκρυα νÜ αὐλακþνουν τü πρüσωπü της, βουβÞ μÝσα στÞν ὀδýνη της, τÞν θλιμμÝνη ΠαναγιÜ, τÞν δακρυρροοῦσα ΜητÝρα Ἐκεßνου. Καß δßπλα ὁ πατÝρας μÝ τÜ ἀδÝλφια τοῦ μακαριστοῦ νÝου, κατþδυνοι, ὅπως καß ὅλοι οἱ πολυπληθεῖς νÝοι, καß οἱ πολλοß ἄλλοι ἀδελφοß ποý ἔτρεξαν νÜ προπÝμψουν τüν ΓιÜννη στÞν αἰωνιüτητα.

 

ΠÜνω ἀπü τÞν Ὡραßα Πýλη, ἀντßκρυζα ὅλη αὐτÞ τÞν σκηνÞ καß μÝ βαθειÜ συγκßνηση καß συναισθηματικÞ φüρτιση (μετÜ δυσκολßας μποροῦσα νÜ συγκρατÞσω τÜ δÜκρυÜ μου) ἔψαλα τÞν ἐξüδιο Ἀκολουθßα μαζß μÝ τοýς Ἱερεῖς, ἀπü καρδßας δεüμενος,  ἀφ’ ἑνüς μÝν γιÜ τÞν ἀνÜπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιοῦ ποý ἔφυγε ἀπü κοντÜ μας, ἀφ’ ἑτÝρου δÝ γιÜ τÞν παραμυθßα τῶν γονÝων του καß τῶν ἀδελφῶν του.

 

Στü νοῦ μου περνοῦσαν σÜν ἀστραπÞ οἱ εἰκüνες ἀπü ἄλλες θλιβερÝς τÝτοιες περιπτþσεις. Πρßν ἀπü λßγες ἡμÝρες ἡ περßπτωση τοῦ Παναγιþτη καß ἀκüμα λßγο πρßν, τοῦ ἄλλου Παναγιþτη καß τοῦ Γιþργου καß...

Ἔτρεχε ἡ σκÝψη μου, ἡ ψυχÞ μου καß στÜ παιδιÜ ποý ἀποχαιρετοῦσαν κÜποια ἡμÝρα ἕνα φßλο τους, ὅλοι μαζß, μÝ λüγια ποý ἔκαναν καß τßς πÝτρες νÜ ραγßζουν. Θυμᾶμαι, τÞν ὥρα ποý ἐψÜλαμε τÞν Ἀκολουθßα, ἕνας νεαρüς ἦλθε στÞν Ὡραßα Πýλη καß μοῦ εἶπε χαμηλüφωνα: Σεβασμιþτατε, θÜ μᾶς ἀφÞσετε στü τÝλος νÜ ἀποχαιρετÞσωμε τü φßλο μας; Ναß, τοῦ εἶπα. Στü τÝλος, μßλησα παραμυθητικÜ καß ἔδωσα εὐλογßα στü παιδß νÜ πῇ τÜ δικÜ του λüγια. Καß τüτε, βρÝθηκα – ἀλÞθεια αὐτü κÜθε φορÜ ποý τü σκÝπτομαι μÝ συγκλονßζει – βρÝθηκα ἀνÜμεσα σÝ 20 – 30 παιδιÜ ἀγüρια καß κορßτσια ποý κατÝλαβαν τÜ σκαλοπÜτια τοῦ σολÝα, μπροστÜ μου, γýρω μου. Ἄρχισε ἕνα παιδß νÜ μιλÜῃ... «Φßλε μας θÜ σÝ θυμüμαστε γιÜ πÜντα... ΞÝρομε ὅτι εἶσαι κοντÜ στü Θεü, πιστεýομε αὐτÜ ποý εἶπε ὁ Δεσπüτης....» ΞÝσπασε σÝ κλÜματα –συνÝχισε ὁ ἄλλος - ὁ ἑπüμενος... Ἔκλαιαν ὅλοι μαζß. ΑἰσθÜνθηκα, νÜ μÝ κρατᾶνε ἀπü τü χÝρι. ΠιÜστηκαν ἀπü τü ρÜσο μου... Προσπαθοῦσαν ὅλοι,  νÜ μÝ ἀκουμπÞσουν... ΘεÝ μου, εἶπα, βοÞθησÝ με νÜ ἀντÝξω τüν πüνο αὐτῶν τῶν παιδιῶν. Αἰσθανüμουν, ὅτι ἄφηναν ἐπÜνω μου, ὅ,τι εἶχαν στÞν ψυχÞ τους. ΑἰσθÜνθηκα τÜ δÜκρυα, νÜ κυλοῦν στü πρüσωπü μου. Ὅλοι ἔκλαιαν...

 

ἈλλÜ καß ἄλλη συγκλονιστικÞ σκηνÞ ἦλθε στü μυαλü μου τÞν ὥρα ποý κÞδευα τüν ΓιÜννη. «...ΤρÝξε ΔÝσποτα», ἡ φωνÞ ἑνüς πατÝρα, «ἔλα νÜ κηδεýσῃς τüν ΔημÞτρη μου. Σκοτþθηκα σÝ τροχαῖο...». Ἦλθε ἡ ὥρα, ἔφτασα στÞν Ἐκκλησßα. Μπῆκα στü Ἱερü καß τüτε ἄκουσα... μιÜ παρÜξενη μουσικÞ ἀπü κιθÜρες...

 

Ὁ καλüς Ἱερεýς ἔτρεξε νÜ μοῦ πῇ, ὅτι προσπÜθησε νÜ ἐμποδßσῃ τÜ παιδιÜ, ἀλλÜ ἐκεῖνα δÝν ὑπÞκουσαν. Ἄνοιξα τÞν Ὡραßα Πýλη καß τüτε συγκλονßστηκα μÝ τü θÝαμα καß ρÜγισε ἡ ψυχÞ μου. ΠÜνω ἀπü τü φÝρετρο τοῦ νÝου, πληθýς νÝων παιδιῶν, - μÜ καß ὅλος ὁ Ναüς καß τÜ πÝριξ αὐτοῦ εἶχαν κατακλυσθῇ ἀπü νÝους – μÝ κιθÜρες, ἔπαιζαν πÝνθιμο σκοπü τραγουδþντας ὅ,τι τραγουδοῦσαν τÜ βρÜδυα ποý ἔβγαιναν στÞν ἀκροθαλασσιÜ τῆς ΠÜτρας καß ὀνειρεýονταν τü μÝλλον τους, μÝσα ἀπü ἁγνοýς καθÜριους οὐρανοýς μαζß μÝ τüν ΔημÞτρη. Ἔκανε κßνηση ὁ Ἱερεýς νÜ κατÝβῃ, νÜ τοýς σταματÞσῃ... ΜÞ... μÞ... πÜτερ μου, τοῦ εἶπα... ΜÞν πειρÜξης τÜ παιδιÜ... Ἀποχαιρετοῦν μÝ τÞν δικÞ τους γλῶσσα, τüν δικü τους τρüπο τüν φßλο τους... Ἦτο ἀδýνατον, νÜ συγκρατÞσω τÜ δÜκρυÜ μου.

 

ΣταμÜτησαν, νÜ τραγουδοῦν τüν πÝνθιμο σκοπü τους, ὅταν εἶπα «Εὐλογητüς ὁ Θεüς...». Ὅμως τüτε ἦταν ἀδýνατον νÜ συνεχßσω ἐγþ.... ΔÝν ξÝρω πῶς... ὁ Θεüς ἐβοÞθησε, νÜ σταθῶ στÜ πüδια μου καß νÜ τελειþσω τÞν ἐξüδιο Ὰκολουθßα καß νÜ πῶ δυü λüγια στü τÝλος... τÜ ὁποῖα δÝν ἦταν, πιστεýω, τßποτα μπροστÜ στü ἁγνü, πÝνθιμο ἀλλÜ καß ἀναστÜσιμο, ἀποχαιρετιστÞριο τραγοýδι τῶν παιδιῶν, ποý τü συνüδευαν μÝ τÜ δÜκρυα τῆς ἀγÜπης τους, γιÜ τüν φßλο τους.

 

ΤÞν ἄλλη ἡμÝρα κÜποιοι ἀπ’ αὐτοýς ἦλθαν νÜ μÝ δοῦν. «Σ’ εὐχαριστοῦμε, ΔÝσποτα, γιÜ ὅ,τι ἔκανες χθÝς γιÜ τüν ΔημÞτρη καß σοῦ ζητᾶμε συγνþμη, γιατß ἀποχαιρετÞσαμε τü φßλο μας μÝ τü δικü μας τρüπο...». ΠροσπÜθησα νÜ τοýς πῶ, ὅτι αἰσθανüμουν πολý μικρüς μπροστÜ τους καß νÜ ψελßσω ἕνα ταπεινü εὐχαριστῶ ἀπü τÞν ψυχÞ μου γιÜ τÞν διδασκαλßα ποý μοῦ προσÝφεραν. Μοῦ φßλησαν τü χÝρι μÝ πολý σεβασμü καß ἔφυγαν... ποιüς ξÝρει γιÜ ποιοýς κüσμους. Ἴσως καλýτερους ἀπü αὐτοýς ποý εἴμαστε ἐγκλωβισμÝνοι ἐμεῖς οἱ μεγÜλοι....

 

·                    ΑὐτÜ περνοῦσαν ἀπü τü μυαλü μου τÞν ὥρα ποý ἔβλεπα ὅλη αὐτÞ τÞν σκηνÞ μÝ τü ΓιÜννη, μιÜ σκηνÞ ἐπþδυνη γιÜ μιÜ ἀκüμα φορÜ μπροστÜ μου...

 

Δοξολογοῦσα τüν Θεü καß παρακαλοῦσα νÜ ἀναπαýῃ ὅλα αὐτÜ τÜ παιδιÜ, ποý ἔβαψαν μÝ τü αἷμα τους, ἄδικα, τÞν ἄσφαλτο καß ἔφυγαν πρüωρα – κατÜ τÞ δικÞ μας ἀνθρþπινη κρßση - ἀπü κοντÜ μας. ΔÝν εἶναι ἕνα καß δυü. ΠεντÝμισυ χρüνια ποý εἶμαι στÞν πüλη τοῦ Ἁγßου ἈνδρÝου, κÜθε τüσο καß ἕνα παιδß φεýγει γιÜ τüν Οὐρανü, ἐξ’ αἰτßας κÜποιου τροχαßου ἀτυχÞματος.

 

Παιδß μου – παιδιÜ μου – πῶς μᾶς ἀφÞνετε σÝ τüσο πüνο! Πῶς νÜ παρηγορÞσω τοýς γονεῖς σας, τÜ ἀδÝλφια σας, ποý μÝ κοιτᾶνε στÜ μÜτια... ἈλÞθεια ποτÝ μου δÝν μπορῶ, νÜ ξεχÜσω αὐτü τü πονεμÝνο βλÝμμα τῶν μανÜδων, ποý ἔχουν χÜσει τü παιδß τους. Διαπερνᾶ τÜ σωθικÜ μου καß μÝ συγκλονßζει. ΜÝ συνοδεýει ἡμÝρα καß νýχτα, μÝ κινεῖ σÝ θερμÞ προσευχÞ πρüς τüν Θεü. Ὅλα γßνονται ἀνθρωπßνως περισσüτερον ὀδυνηρÜ,  ὅταν γνωρßζῃς ἀπü κοντÜ τßς οἰκογÝνειες, τÜ παιδιÜ...

 

ΣÞκωσα τÜ μÜτια μου στü Θεü, ζÞτησα βοÞθεια καß δýναμη γιÜ νÜ πῶ δυü λüγια... ΑὐτÜ τÜ λüγια τÜ σημειþνω καß τÜ ἀφιερþνω σÝ ὅλες τßς πονεμÝνες μανÜδες καß τοýς θλιμμÝνους πατερÜδες καß στÜ ἀδÝλφια ὅσων παιδιῶν μας, ἔφυγαν τüσο σýντομα γιÜ τüν Οὐρανü. Εἶναι λüγια παραμυθßας, λüγια ἀναστÜσιμα. Εἶναι τÜ λüγια τοῦ Κυρßου μας καß τῶν Ἁγßων ΠατÝρων μας, οἱ ὁποῖοι μᾶς βοηθοῦν νÜ δοῦμε μÝ τÜ πνευματικÜ μÜτια, ὅλα αὐτÜ τÜ γεγονüτα, νÜ τÜ ἀντιμετωπßσωμε μÝ πßστη βαθειÜ στü Θεü καß μÝ τÞν βεβαιüτητα τῆς ἈναστÜσεως. Εἶπα λοιπüν:

 

«Γνωρßζω, ὅτι τÜ δικÜ μου λüγια εἶναι πολý φτωχÜ, εἶναι πολý ἀνθρþπινα γιÜ νÜ σᾶς παρηγορÞσουν. Ὅμως ἀκοῦστε με, προσπαθεῖστε νÜ μÝ ἀκοýσετε αὐτÞ τÞν τüσο δýσκολη στιγμÞ γιÜ σᾶς, ποý σηκþνετε αὐτüν τüν βαρý σταυρü τοῦ πüνου γιÜ τÞν μετÜσταση τοῦ παιδιοῦ σας. Γνωρßζω, πüσο πονᾶτε, ὅμως τü παιδß σας δÝν ἀπÝθανε, ἀλλÜ καθεýδει. Τü ἔχομε μπροστÜ μας, στü μÝσο τοῦ Ναοῦ καß ἔχει στÜ χÝρια του τÞν εἰκüνα τῆς ἈναστÜσεως. Ἐσý  τοῦ τÞν ἔδωσες νÜ τÞν κρατÜῃ, καλÞ καß σεμνÞ μητÝρα. Ὁ θÜνατος κÜποτε ἦταν τü φüβητρο, τü σκιÜχτρο τοῦ ἀνθρþπου. Ὅμως τþρα ὅλα ἄλλαξαν. Ὁ Κýριüς μας, μÝ τÞν ἈνÜστασÞ Του μᾶς βεβαιþνει, ὅτι νικÞθηκε τελειωτικÜ ὁ θÜνατος καß ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς κοιμᾶται ἕνα ὕπνο μεγαλυτÝρας διαρκεßας ἀπü τüν συνÞθη.

 

Τü ξÝρω, δÝν δýνασαι νÜ κρατÞσῃς τÜ δÜκρυÜ σου... Καß πῶς νÜ τü ἐπιτýχῃς αὐτü, ἀφοῦ καß ὅταν γιÜ λßγο φεýγῃ ἕνα σου παιδß γιÜ ἄλλον τüπο, πÜλι κλαῖς, γιατß τüσο τü ἀγαπᾶς...! Ὅλοι μας κλαῖμε, ὅταν ἀποχωριζüμαστε ἀγαπημÝνα μας πρüσωπα... Καß τþρα, ὅλοι μας, σÝ συνοδεýομε στüν δακρýβρεχτο ἀποχαιρετισμü τοῦ παιδιοῦ σου. Ὅμως ἄκουσε, τß λÝγει ὁ Ἀπüστολος Παῦλος: «ΜÞ λυπῆσθε καθþς καß οἱ λοιποß οἱ μÞ ἔχοντες ἐλπßδα... Ἡμῶν γÜρ τü πολßτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπÜρχει... Οὐκ ἔχομεν ὧδε μÝνουσαν πüλιν, ἀλλÜ τÞν μÝλλουσαν ἐπιζητοῦμεν...». ΔÝν εἶναι ἐδῶ ἡ πατρßδα μας εἶναι ἐκεῖ στüν Οὐρανü... ὅπου ἦχος καθαρüς ἑορταζüντων... Πρßν ἀπü λßγο ἐψÜλαμε: «Μακαρßα ἡ ὁδüς ἧ πορεýῃ σÞμερον, ὅτι ἡτοιμÜσθη σοß τüπος ἀναπαýσεως...» δηλαδÞ «Εἶναι ὡραßα, εὐτυχισμÝνη ἡ ὁδüς τÞν ὁποßα βαδßζεις σÞμερα, παιδß μου, γιατß σοῦ ἔχει ἑτοιμασθῆ ἀπü τüν Θεü τüπος ἀναπαýσεως».

 

-    ΘÜ μÝ ἐρωτÞσῃς... Πῶς νÜ μÞ πονῶ καß νÜ μÞ κλαßω; Τü παιδß μου ἔχασα.

 

-   ΘÜ σοῦ ἀπαντÞσω. Καß ὁ Κýριος ἔκλαυσε, ὅταν ἐκοιμÞθη ὁ ΛÜζαρος...

 

ΤÜ δÜκρυÜ σου ποτßζουν τü δÝντρο τῆς ἈναστÜσεως. Γßνονται γιÜ σÝνα πηγÞ δροσßζουσÜ σε. Ναß, μÞ μοῦ τü πῇς... Τü ξÝρω πρßν τü ἐκφρÜσῃς ἀπü τÜ χεßλη σου... ΘÜ μοῦ πῇς: « ἈνÜστησε τü παιδß μου». Πüσες μητÝρες μοῦ τü ἔχουν πεῖ!  ΘÝλεις νÜ κρεμαστῇς στü λαιμü μου καß νÜ μÝ παρακαλÝσῃς, νÜ μÝ ἱκετεýσῃς... « ΠÝς στüν Κýριο νÜ ἀναστÞσῃ τü παιδß μου, ὅπως ἔκανε μÝ τü παιδß τῆς χÞρας στÞ ΝαÀν καß μÝ τÞν θυγατÝρα τοῦ Ἰαεßρου...» ΤρÝμω, νÜ σοῦ ἀπαντÞσω, δÝν μπορῶ μÝ συγκλüνισες, μÞ συνεχßσῃς, σÝ παρακαλῶ. ΘÜ προσπαθÞσω, νÜ σοῦ πῶ δυü λüγια. Ὅ,τι θÜ σοῦ πῶ, δÝν εἶναι δικü μου. Μᾶς τü εἶπε ὁ Ἅγιος ἸωÜννης ὁ Χρυσüστομος, εἶναι βÜλσαμο ψυχῆς. ΘÜ στü πῶ, ὅπως ἐκεῖνος τü λÝγει: « Ἀπü τÞ στιγμÞ ποý ἦλθε ὁ Κýριος στüν κüσμο, ὁ θÜνατος δÝν εἶναι τßποτε ἄλλο παρÜ ὕπνος... ΔÝν ἀνÝστησε τü παιδß σου τþρα, ὅπως τÞν κüρη τοῦ Ἰαεßρου. ἈλλÜ ἔτσι εἶναι καλýτερα. Τü παιδß σου θÜ ἀναστηθῇ μÝ μεγÜλη δüξα. Τü παιδß τῆς χÞρας στÞ ΝαÀν καß ἡ θυγατÝρα τοῦ Ἰαεßρου ἀναστÞθηκαν, ἀλλÜ πÝθαναν πÜλι. Τü δικü σου τÝκνο θÜ ἀναστηθῇ καß θÜ παραμεßνῃ ἀθÜνατο. Γιατß θρηνεῖς ὑπερβαλλüντως; ἈλÞθεια σοῦ λÝγω, δÝν ὑπÜρχει λüγος, νÜ κλαῖς ἀπαρηγüρητα. Τü παιδß σου ζεῖ... Ὑπüφερε τü συμβÜν μÝ γενναιüτητα. ἩσυχÜζει τü παιδß σου καß δÝν ἔχει χαθεῖ...»

 

Ὅμως, σÝ ἀκοýω νÜ λÝγῃς, καß γιÜ τοýς πολλοýς φαßνεται νÜ ἔχῃς δßκηο. «Τüσα ὄνειρα ἔκανα γιÜ τü παιδß μου. ΜιÜ ζωÞ ἐργÜστηκα γι’ αὐτü. Τþρα τß θÜ κÜνω, ὅ,τι ἔφτιαξα γι’ αὐτü»;

 

Ἄκουσε καß πÜλι τüν Ἅγιο ἸωÜννη τüν Χρυσüστομο: «ΔÝν ἔγινε τü παιδß σου κληρονüμος τῆς περιουσßας σου μαζß μÝ τÜ ἄλλα του ἀδÝλφια, ἀλλÜ ἔγινε συγκληρονüμος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἄπιστοι καῖνε καß θÜπτουν μαζß μÝ ἐκεßνους ποý πεθαßνουν τÜ ὑπÜρχοντÜ τους, ἐσý δῶσε τü μερßδιο τοῦ παιδιοῦ σου στοýς πτωχοýς, κÜνε ἐλεημοσýνη γιÜ νÜ τοῦ χαρßσῃς μεγαλýτερη δüξα στüν Οὐρανü...» .

 

ἈλλÜ συνεχßζεις, νÜ μοῦ λÝγῃς: « ΔÝν θÜ γυρßσῃ πßσω στü σπßτι μας τü παιδß μου. ΔÝν θÜ τü ξαναδοῦμε. Γι’ αὐτü πονÜει ἡ ψυχÞ μας καß ἡ λýπη μας εἶναι ἀβÜσταχτη». Καß πÜλι δßκηο ἔχεις. ἈλλÜ σκÝψου πιü βαθειÜ καß θÜ διαπιστþσῃς, ὅτι τü παιδß σου στüν Οὐρανü θÜ σÝ περιμÝνῃ. Ὅλοι θÜ φýγωμε κÜποια στιγμÞ ἀπü αὐτü τüν μÜταιο κüσμο. Ἐσý ὅταν θÜ φýγῃς ἀπü τüν κüσμο αὐτü, θÜ τýχῃς ὑποδοχῆς ἐκεῖ, ἀπü τü παλυαγαπημÝνο σου παιδß. ΘÜ σÝ πιÜσῃ ἀπü τü χÝρι καß θÜ σÝ ξεναγÞσῃ στÞ Βασιλεßα τοῦ Θεοῦ.

 

Ὁ Ἅγιος ἸωÜννης ὁ Χρυσüστομος σ’ αὐτü τü σημεῖο καß πÜλι μᾶς διδÜσκει: « ΜÞ δÞ τοῦτο ἐννüει, ὅτι οὐκÝτι ἀναστρÝψει εἰς τÞν οἰκßαν, ἀλλ’ ὅτι καß αὐτüς ἀπελεýση μικρüν ὕστερον πρüς αὐτüν» . ΔηλαδÞ «ΜÞ σκÝπτεσαι αὐτü, ὅτι δηλαδÞ δÝν θÜ ξαναγυρßσῃ στü σπßτ, ἀλλ’ ὅτι καß σý μετÜ ἀπü κÜποιο διÜστημα θÜ πᾶς κοντÜ του...»

 

Καß ἄλλο σημεῖο πρüσεξε, ποý θÜ σοῦ δþσῃ παρηγοριÜ στü μεγÜλο σου πüνο. ΒλÝπεις τÞν κατÜντια καß τüν κατÞφορο τῆς κοινωνßας. ΒλÝπεις τÞν ἁμαρτßα, ποý ζητεῖ νÜ καταπιῇ τοýς ἀνθρþπους. ἉρπÜζει τοýς νÝους, παρασýρει τοýς ὥριμους καß ξεγελÜει τοýς γÝροντες. Καß ἀπü αὐτÞ τÞν ἀπειλÞ ἐσþθη τü παιδß σου. ΣτÞν Ἁγßα ΓραφÞ διαβÜζουμε:

 

« ἩρπÜγη, μÞ κακßα ἀλλÜξῃ σýνεσιν αὐτοῦ ἤ δüλος ἀπατÞσῃ ψυχÞν αὐτοῦ...» ( Σοφ. Σολ. 4,11)

Καß συνÝχισα: «Ἀδελφοß μου, ἐκεῖνο ποý ἀπομÝνει σÝ ὅλους μας τþρα εἶναι ἡ προσευχÞ, ἡ θερμÞ δÝησις πρüς Κýριον γιÜ τÞν ἀνÜπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ μεταστÜντος νÝου καß γιÜ τÞν ἐξ’ ὕψους παρηγορßα τῶν γονÝων του, τῶν ἀδελφῶν του καß τῶν λοιπῶν οἰκογενῶν του. Ἀκüμη δÝ, γιÜ νÜ προστατεýῃ ὁ Θεüς ὅλα τÜ παιδιÜ, τÜ ὁποῖα κÜθε ἡμÝρα κινδυνεýουν στοýς δρüμους, ὅπου κινοῦνται,προκειμÝνου να  ἐργασθοῦν καß νÜ ἐξοικονομÞσουν τÜ ἀπαραßτητα γιÜ νÜ ζÞσουν αὐτÜ καß ἡ οἱκογÝνειÜ τους...».

 

ΑὐτÜ περßπου εἶπα κατÜ τÞν ὥρα ἐκεßνη μÝ ἄλγος ψυχῆς ἀλλÜ μÝ τÞν βεβαιüτητα τῆς ἈναστÜσεως, καß ἀπεχαιρÝτησα τüν μεταστÜντα νÝο, ἐνῶ οἱ γονεῖς του καß τÜ ἀδÝλφια του μÝ λυγμοýς μοῦ φßλησαν τü χÝρι εὐχαριστþντας με γιÜ ὅσα εἶπα γιÜ τü παιδß τους.

 

Ἔξω ἀπü τüν Ἱερü Ναü πληθýς νÝων, φßλων τοῦ κεκοιμημÝνου μÝ ἐπλησßασαν, γιÜ νÜ ἐκφρÜσουν τüν σεβασμü τους στü πρüσωπü μου.

 

Τüτε μÝ πολλÞ ἀγÜπη καß βαθειÜ συγκßνηση, τοýς εἶπα: «ΠαιδιÜ μου νÜ προσÝχετε. Οἱ κßνδυνοι γιÜ τÞν ζωÞ σας εἶναι πολλοß. ΜÞ σᾶς παρασýρει ὁ ἐνθουσιασμüς καß τü νεανικü σφρῖγος. ΜÞ τρÝχετε στοýς δρüμους ἀνεξÝλεγκτα. ΝÜ ἔχετε πÜντοτε μπροστÜ σας τÞν αἴσθηση τοῦ κινδýνου. Εἶναι ὀδυνηρü, νÜ σᾶς χÜνομε τüσο σýντομα. ΒλÝπετε τÞ θλßψη καß τüν πüνο ποý ἁπλþθηκε σÞμερα, ἀλλÜ καß σÝ ἄλλες περιπτþσεις στüν τüπο μας; Γνωρßζετε, ὅτι οἱ δρüμοι μας δÝν εἶναι ἀσφαλεῖς, ὅτι οἱ ἄλλοι ὁδηγοß δÝν προσÝχουν. Ὅτι οἱ Ἕλληνες δÝν τηροῦμε τοýς κανüνες κυκλοφορßας. ΝÜ, λοιπüν, γιατß σᾶς τÜ λÝγω ὅλα αὐτÜ καß σᾶς παρακαλῶ, νÜ προσÝχετε γιÜ τÞν ἀσφÜλεια τῆς ζωῆς σας». Τοýς μßλησα μÝσα ἀπü τÞν καρδιÜ μου, σÜν ἀληθινüς τους πατÝρας. Ἕνας ἀπ’ αὐτοýς, μÝ συγκßνηση  μοῦ εἶπε: «Τüσο πολý μᾶς ἀγαπᾶτε, ΔÝσποτα; Σᾶς εὐχαριστοῦμε. Ἐγþ ἀπü σÞμερα θÜ ἀπαλλαγῶ ἀπü τÞ μηχανÞ ποý ἔχω».

 

ΣυγκινÞθηκα μÝ τÜ λüγια αὐτÜ. Συμφþνησα μαζß του. Εἶπα καß στοýς ἄλλους, ἄν μποροῦν, νÜ κÜνουν τü ἴδιο. Ὅμως πÜνω ἀπ’ ὅλα νÜ προσÝχουν.

 

Καθþς ἀποχωροῦσα, σκεπτüμουν. Πüσα παιδιÜ θρηνοῦμε στÞν ἙλλÜδα. ΛÝτε καß ἔχομε πüλεμο. Σκοτþνονται ἄδικα, ἐνῶ θÜ μποροῦσαν νÜ προσφÝρουν τüσα πολλÜ στÞν κοινωνßα μας. ΠροσευχÞθηκα πολý γι’ αὐτοýς, γιÜ ὅλους καß εὐχÞθηκα κÜποτε στÞν πατρßδα μας νÜ κατανοÞσωμε τü μÝγεθος τῆς συμφορᾶς, νÜ θÝσωμε σÝ πρþτη θÝση τü θÝμα τῆς κυκλοφοριακῆς ἀγωγῆς, νÜ φροντßζωμε γιÜ τÞν τÞρηση τῆς τÜξεως στοýς δρüμους καß μÜλιστα μÝ αὐστηρüτητα, ὅπως καß γιÜ τÞν τÞρηση τῶν νüμων ποý προστατεýουν τÞν ζωÞ μας. ΚÜποια μÝτρα, στÞν ἙλλÜδα λαμβÜνονται, τηροῦνται στÞν ἀρχÞ καß κατüπιν ἀτονοῦν καß πßπτουν στÞν ἀχρησßα. Ἡ αὐστηρüτητα στÞν τÞρηση τῶν κανüνων ὁδικῆς κυκλοφορßας, ἐκ μÝρους τῶν ἁρμοδßων Ἀρχῶν εἶναι, ἐκ τῶν οὐκ ἄνευ, ἀπαραßτητη γιÜ τÞν προστασßα τῶν ἀνθρþπων.

 

Τü γνωρßζω, ὅτι οἱ Ἕλληνες, εἴμαστε δýσκολοι σÝ αὐτü τü θÝμα, ὅπως καß σÝ ἄλλα. Ἀντιδροῦμε γιÜ κÜποια πρÜγματα και μᾶς κακοφαßνεται, ὅταν τÜ ὄργανα τῆς τÜξεως μᾶς παρατηροῦν. Ὅμως κÜποτε πρÝπει τÜ πρÜγματα, νÜ μποῦν στÞ θÝση τους καß στüν τüπο μας.

 

Ἀκüμα πρÝπει  νÜ δþσωμε προτεραιüτητα στÞν κατασκευÞ καß διüρθωση τῶν δρüμων μας, ποý ἔχουν γßνει ἐθνικÞ καρμανιüλα. Καß σÝ αὐτü τü θÝμα εἴμαστε πολý πßσω ἀπ’ὅλες τßς ἄλλες χῶρες. Ὅπου γßνονται ἔργα, ἀργοῦν νÜ τελειþσουν, γιατß προχωροῦν οἱ ἐργασßες μÝ ρυθμοýς χελþνης. Καß ὅπου τελειþνουν εἶναι προβληματικÜ. ἈλÞθεια τß φταßῃ ἄραγε; Ὅλοι τü γνωρßζομε... Καß οἱ ξÝνοι γελοῦν μαζß μας... Τüσα χρüνια πληρþνομε διüδια καß τÜ ἀποτελÝσματα εἶναι ὀδυνηρÜ. ἘντÜσσεται καß αὐτü στÜ πλαßσια τῆς μιζÝριας, τῆς μßζας, τῆς ἀδιαφορßας. Ὅμως τü αἷμα χýνεται ἄφθονο... Πüτε θÜ ξυπνÞσωμε ἄραγε;

 

Ἐπßσης, ἐθεþρησα χρÝος μου, πλÝον, νÜ παρακαλÝσω ἤ ἄν θÝλετε νÜ ἐπιβÜλω στοýς Ἱερεῖς μας – Ἐξομολüγους, νÜ νουθετοῦν τÜ παιδιÜ, ὅλους ἀνεξαιρÝτως τοýς ἀνθρþπους, γιÜ τÜ θÝματα αὐτÜ καß μÜλιστα νÜ εἶναι ἐν τῇ ἀγÜπῃ των «αὐστηροß».

 

Πρüκειται γιÜ αὐτÞ ταýτη τÞν ζωÞ ποý μᾶς χÜρισε ὁ Θεüς καß γι’ αὐτü πρÝπει νÜ τÞν προσÝχωμε, ἀξιοποιþντας κÜθε λεπτü καß δευτερüλεπτο της ἀκüμα, γιÜ τÞν σωτηρßα μας.

 

Εἶναι ἀνÜγκη, νÜ συμβÜλλωμε ὅλοι μας, μÝ κÜθε τρüπο, ὥστε νÜ μÞ θρηνοῦμε θýματα καß μÜλιστα νÝα παιδιÜ στÞν ἄσφαλτο.

 

Καß τÝλος ἔγραψα κÜποιες συμβουλÝς γιÜ τοýς νÝους, ἀλλÜ καß γιÜ ὅλους, μÝ πολý ἀγÜπη καß πüνο ψυχῆς. Εἶναι ἡ φωνÞ τοῦ πνευματικοῦ πατÝρα πρüς τÜ παιδιÜ του.

 

Παιδß μου πρüσεχε!

 

ΞÝρω, σÝ ξαφνιÜζει αὐτÞ ἡ ἐπικοινωνßα. Ὅμως εἶναι ἀπαραßτητη. ΘÝλησα μ’ αὐτü τüν τρüπο:

 

1.      ΝÜ ἐκφρÜσω τÞν πολλÞ μου ἀγÜπη σÝ σÝνα.

2.      Τü ἀνýσταχτο ἐνδιαφÝρον μου

3.      ΤÞν ἀνησυχßα μου γιÜ σÝνα

4.      Τüν πüνο τῆς καρδιᾶς μου

Γι’ αὐτü σου λÝγω. Πρüσεχε!

 

ΜÞ βÜζης σÝ κßνδυνο τÞν ζωÞ σου.

 

Ἔχεις μηχανÞ... αὐτοκßνητο...

 

Πρßν ἀνÝβης νÜ ὁδηγÞσῃς, σκÝψου.

 

Ἡ ζωÞ σου εἶναι πολýτιμη.

 

Ἡ κοινωνßα σÝ χρειÜζεται.

 

Ἡ οἰκογÝνειÜ σου σÝ περιμÝνει.

 

Οἱ γονεῖς σου σÝ λατρεýουν.

 

Οἱ φßλοι σου σÝ ἀγαποῦν.

 

Ἄν εἶσαι πατÝρας ἤ μητÝρα, σκÝψου ὅτι τÜ παιδιÜ σου σÝ λαχταροῦν.

 

ΠρÝπει νÜ γυρßσῃς στü σπßτι.

 

ΠρÝπει νÜ χαρῇς τÞ ζωÞ, ποý εἶναι δῶρο Θεοῦ.

 

Ἀρκετüς πüνος σκÝπασε τüν τüπο μας καß τÜ δÜκρυα σÜν ποτÜμι κυλοῦν, γιÜ ὅσα παιδιÜ χÜθηκαν στÞν ἄσφαλτο.

 

Τü αἷμα, ἀπ’ ὅπου καß ἄν περÜσωμε, ἀχνßζει νωπü.

 

Εἶναι τü αἷμα κÜποιου φßλου σου, γνωστοῦ σου ἀλλÜ καß ὅποιου ἀγνþστου ποý μÝ τü ξαφνικü του πÜθημα, τÞν κοινωνßα ὅλη σÝ πüνο ἐβýθισε.

 

ΚÜποια παιδιÜ δÝν θÜ μπορÝσουν ποτÝ, νÜ περπατÞσουν καß κÜποια ἄλλα, γιÜ πολý, θÜ ταλαιπωρηθοῦν σÝ κÜποιο Νοσοκομεῖο.

 

Γνωρßζω, ὅτι παραξενεýεσαι, μÝ ὅσα σου γρÜφω. Ὅμως θÜ σοῦ πῶ κÜτι πολý ὀδυνηρü. ΔÝν ἤξερα τß ἄλλο νÜ κÜνω καß βρῆκα αὐτü τüν τρüπο νÜ σοῦ πῶ, ὅτι κουρÜστηκα, δÝν ἀντÝχω ἄλλο, νÜ κηδεýω νÝα παιδιÜ.

 

·        Πρüσεχε παιδß μου.

ΜÞ τρÝχης. Ἄς φτÜσης λßγα λεπτÜ ἀργüτερα, ὅμως θÜ φτÜσῃς. ΘυμÞσου, ὅτι οἱ μεγÜλες ταχýτητες σκοτþνουν.

 

·        Πρüσεχε παιδß μου.

ΝÜ φορᾶς τÞ ζþνη σου. Σþζει τÞ ζωÞ σου.

 

·        Πρüσεχε παιδß μου.

ΜÞ καταναλþνης οἰνοπνευματþδη ποτÜ, εἶναι ἐπικßνδυνο γιÜ τÞ ζωÞ σου.

 

·        Πρüσεχε παιδß μου.

ΜÞ μιλᾶς στü κινητü σου τηλÝφωνο, ὅταν ὁδηγῇς, μÞ διαβÜζης καß μÞ στÝλνης μηνýματα. Κινδυνεýει ἡ ζωÞ σου.

 

·        Πρüσεχε παιδß μου.

ΝÜ φορᾶς τü κρÜνος σου, ὅταν ὁδηγῆς τÞ μηχανÞ.

 

·        Πρüσεχε παιδß μου.

Ἀφοῦ εἶσαι κουρασμÝνος, εἶσαι ξενýχτης, γιατß ἔπιασες στü χÝρι σου τü τιμüνι τοῦ αὐτοκινÞτου, γιατß ἀνÝβηκες στÞ μηχανÞ σου;

 

·        Πρüσεχε παιδß μου

ΜÞ κÜνης προσπερÜσεις σÝ δρüμους δýσκολους, ὁ κßνδυνος καραδοκεῖ. ΝÜ τηρῇς τοýς κανüνες ὁδικῆς κυκλοφορßας.

 

·  Πρüσεχε παιδß μου ἐσý, γιατß μπορεῖ νÜ μÞ προσÝχῃ αὐτüς ποý ἔρχεται ἀπÝναντß σου. Μπορεῖς νÜ προφτÜσῃς....

 

·        Πρüσεχε παιδß μου.

ΜÞ παραβιÜζης τÜ σÞματα ὁδικῆς κυκλοφορßας.

 

·        Παιδß μου,

Πρßν πιÜσης τü τιμüνι τοῦ αὐτοκινÞτου σου ἤ ἀνÝβης στÞ μηχανÞ, σÞκωσε τÜ μÜτια σου στü Θεü, σÞκωσε τü χÝρι σου καß κÜμε τüν σταυρü σου. ΠροσευχÞσου. ΧρειÜζεσαι τÞν προστασßα τοῦ Θεοῦ, τÞν ΧÜρη τῆς Παναγßας μας καß τῶν Ἁγßων μας.

 

·        Παιδß μου

Χαßρομαι, ὅταν κτßζονται μεγÜλες Ἐκκλησßες ἤ μικρÜ ἘκκλησÜκια. Ὅμως λυπᾶμαι, ὅταν στοýς δρüμους στÞνονται προσκυνητÜρια, ποý τü καθÝνα ἀπ’αὐτÜ θυμßζει ἕνα τροχαῖο ἀτýχημα, στü ὁποῖο χÜθηκε κÜποιος ἤ κÜποιοι ἤ ἄλλοι κτýπησαν λßγο ἤ πολý. ΦτÜνει πιÜ! Ὄχι ἄλλα προσκυνητÜρια στοýς δρüμους, ἐξ’ἀιτßας τροχαßων ἁτυχημÜτων.

 

·        Παιδß μου

Σοῦ ζητῶ συγγνþμη ποý πῆρα λßγο ἀπü τü χρüνο σου, ὥστε νÜ διαβÜσῃς τßς σκÝψεις αὐτÝς ποý κρýβουν τÞν ἀνησυχßα μου, τüν πüνο τῆς καρδιᾶς μου, μÜ πÜνω ἀπ’ ὅλα τÞν πολý μεγÜλη ἀγÜπη μου γιÜ σÝνα.

 

Παιδß μου πρüσεχε!

 

Σε συνοδεýει  ἡ προσευχÞ του Ἐπισκüπου σου και ἡ πατρικÞ του ὰγÜπη.

 

Ὁ Θεüς μαζß σου

 

 


 

Ðåñéå÷üìåíá
ÅðéóôñïöÞ